Δυνατότητα εκμάθησης ξένης γλώσσας σε παιδιά προσχολικής ηλικίας

Για χρόνια επικρατούσε η εσφαλμένη εντύπωση πως η εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας σε παιδιά (προ)νηπιακής ηλικίας θα ήταν άκαρπη. Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες αποκαλύπτουν πως η ιδανική ηλικία για να μάθει ένα παιδί μία δεύτερη γλώσσα είναι στα πρώτα τρία με τέσσερα χρόνια της ζωής του.

Αυτοί είναι κάποιοι από τους σημαντικότερους λόγους υπέρ της πρώιμης εκμάθησης μίας ξένης γλώσσας:

Η εκμάθηση μίας γλώσσας είναι μία φυσική διαδικασία όταν τα παιδιά είναι νεαρά

Οι ενήλικες συχνά προσπαθούν να μάθουν ξένες γλώσσες με ιδιαίτερα «προσποιητό» και τετριμμένο τρόπο. Αποστηθίζουν επί παραδείγματι την κλίση ρημάτων και την επαναλαμβάνουν ξανά και ξανά παπαγαλίζοντας. Ωστόσο το βρίσκουν πολύ δυσκολότερο να μιλήσουν στη γλώσσα που μαθαίνουν με φυσικότητα όταν επισκέπτονται μία ξένη χώρα. Στον αντίποδα, τα παιδιά μπαίνουν στον κόσμο της ξένης γλώσσας μέσα από το παιχνίδι και την εξερεύνηση και έτσι -έχοντας εκτεθεί σε φυσικά ακούσματα– μπορούν να μάθουν να την χρησιμοποιούν γρήγορα και εύκολα.

Ο καλύτερος τρόπος εκμάθησης, είναι να μαθαίνουμε σαν παιδιά (ακόμη και οι ενήλικες)!

Σε ένα περιβάλλον πλούσιο ερεθισμάτων από την οικογένεια και την εκπαίδευση, τα παιδιά μπορούν να μάθουν τουλάχιστον 2.000 λέξεις μέχρι την ηλικία των τεσσάρων. Παρατηρώντας πώς τα μωρά μαθαίνουν να μιλούν αποδεικνύει άλλωστε πως πρόκειται για μία φυσική διαδικασία. Κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών της ζωής τους, τα παιδιά μαθαίνουν να χρησιμοποιούν 70 ήχους/φωνήματα που ουσιαστικά απαρτίζουν όλες τις γλώσσες που χρησιμοποιούνται ανά τον κόσμο. Στη συνέχεια μαθαίνουν να μιλούν χρησιμοποιώντας μόνο τους ήχους και τις λέξεις που αντλούν από το περιβάλλον ανατροφής τους, κυρίως ακούγοντας τους γονείς τους. Ο εγκέφαλος των παιδιών θα απορρίψει στη συνέχεια την ικανότητα να μιλά σε γλώσσες που δεν ακούει γύρω του. Θα από-επιλέξει δηλαδή τρόπον τινά τις δυνατότητες ομιλίας σε άλλες γλώσσες.

Τα προσχολικά έτη είναι ζωτικής σημασίας για τη γλωσσομάθεια.

«Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και συγκεκριμένα κατά τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής του ανθρώπου, χτίζονται τα θεμέλια σκέψης, γλώσσας, όρασης, συμπεριφοράς, ιδιαίτερων κλίσεων και χαρακτηριστικών,» εξηγεί ο Ronald Kotulak συγγραφέας του βιβλίου Inside the Brain. Οδηγούμαστε, λοιπόν, στο συμπέρασμα πως θα ήταν πραγματικά χάσιμο χρόνου να μην αξιοποιηθεί η φυσική ικανότητα γλωσσομάθειας των παιδιών σε αυτή την εξαιρετικά σημαντική ηλικία που το να μάθουν μία ξένη γλώσσα είναι για αυτά εξίσου εύκολο όσο και το να μάθουν τη μητρική τους. Μάλιστα, 50% της ικανότητας γλωσσομάθειας αναπτύσσεται στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής και επιπλέον 30% ως την ηλικία των 8 ετών, στοιχεία που ενθαρρύνουν την πρώιμη εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας. Αυτό σημαίνει, πως ο εγκέφαλος των παιδιών ήδη από τόσο νεαρή ηλικία χαράζει τα μονοπάτια γλωσσομάθειας τα οποία συμπεριλαμβάνουν μάθηση μέσω της όρασης, της ακοής, της αφής, της μυρωδιάς, της γεύσης και της διάδρασης. Οτιδήποτε πρόκειται να μάθει ο άνθρωπος στην υπόλοιπη ζωή του, θα αναπτυχθεί πάνω στα θεμέλια που χτίζονται κατά τα προσχολικά χρόνια.

Τα εξελικτικά στάδια του εγκεφάλου (Dryden & Vos, 1997)

Ο πρώτος μήνας – Καθώς ένα μωρό δέχεται ερεθίσματα από το περιβάλλον του, αναπτύσσει νέες συναπτικές συνδέσεις με μία εκπληκτική ταχύτητα 3 δισεκατομμύρια/δευτερόλεπτο (Kotulak, 1996). Καθετί που μαθαίνει ένα μωρό απορροφάται από τον εγκέφαλό του και αποθηκεύεται στη μνήμη του.

Οι πρώτοι έξι μήνες – Τα μωρά αναπτύσσουν μέσα από τις φαινομενικά ασήμαντες ασυναρτησίες που εκφέρουν την ικανότητα ομιλίας όλων των γλωσσών του κόσμου! Το παιδί, ωστόσο, μαθαίνει να μιλά χρησιμοποιώντας μόνο τους ήχους και τις λέξεις που δέχεται από το περιβάλλον του και «απορρίπτει» τις υπόλοιπες γλώσσες.

Οχτώ μήνες – Ο εγκέφαλος του παιδιού έχει ήδη δημιουργήσει 1.000 τρις. συναπτικές συνδέσεις. Στη συνέχεια, ο αριθμός μειώνεται καθώς το παιδί εκτίθεται σε ερεθίσματα μέσα από το σύνολο των αισθήσεών του.

10 ετών- Σχεδόν οι μισές από αυτές τις συνδέσεις έχουν απαλειφθεί στο μέσο παιδί. 500 τρις. από αυτές θα διαρκέσουν σε ολόκληρη τη ζωή του!

Μέχρι 12 ετών – Ο εγκέφαλος έχει πλέον γίνει ένα υπεραπορροφητικό σφουγγάρι. Τώρα θεμελιώνεται η σκέψη, η γλωσσομάθεια, η όραση, τα ταλέντα και τα άλλα χαρακτηριστικά του παιδιού. Μετά από αυτό το εξελικτικό στάδιο, η βασική αρχιτεκτονική του εγκεφάλου είναι πλήρης (Kotulak, 1996). Συνεπώς, είναι πιο εύκολο να μάθει μία ξένη γλώσσα σε αυτά τα πολύ σημαντικά πρώτα χρόνια της ζωής του.

Οι επιστήμονες υποστηρίζουν, πως η εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας θα πρέπει να ξεκινά στην προσχολική ηλικία, κατά την οποία οι εκπαιδευτικοί μπορούν να μεγιστοποιήσουν την προθυμία και την ικανότητα του παιδιού. Έχει επίσης διαπιστωθεί, πως η επιτυχία της πρώιμης γλωσσομάθειας ενισχύεται από τη χρήση ερεθισμάτων και παιχνιδιού στη μορφή της αλληλεπίδρασης των αισθήσεων.

Πως είναι δυνατή η εκμάθηση πρώτης ή δεύτερης ξένης γλώσσας σε νεαρά παιδιά;

Τα νήπια μπορούν να μάθουν μέσω της ακοής, της όρασης, της μίμησης και της εξάσκησης. Έτσι ο ρυθμός, τα τραγούδια, τα παιχνίδια, η αριθμητική στην πρώτη ή δεύτερη ξένη γλώσσα επιτρέπουν την γρήγορη και εύκολη ανάπτυξη των γλωσσικών δεξιοτήτων. Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, το σημαντικότερο είναι να καταστεί η μάθηση συνώνυμο της διασκέδασης.


Γιατί είναι σημαντικό να είναι διασκεδαστική η εκμάθηση;

Η μάθηση είναι ευκολότερη αν απευθύνεται στο τμήμα του εγκεφάλου που σχετίζεται με τα συναισθήματα. Στην πραγματικότητα, η μάθηση περνάει μέσα από την πόρτα των συναισθημάτων πριν φτάσει στην αποθήκευσή της στη μνήμη.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *